ἄπιος

ἄπιος adj.
Grammatical information: adj.
Meaning: `distant, far away' (Il.)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: From ἀπό; for the formation cf. ἀντίος. In the formula (τηλόθεν) ἐξ ἀπίης γαίης. In S. OC 1685 it has long α-, prob. under influence of Άπία `Peloponnese', s. ῏Απις.
See also: ἀπό
Page in Frisk: 1,121

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄπιος — 1 pear tree fem nom sg ἄπιος 2 far away masc nom sg ἄ̱πιος , ἄπιος 2 far away masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπιος — (apios). Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των ψυχανθών με πέντε είδη, από τα οποία τα δύο είναι ιθαγενή της Βόρειας Αμερικής και τα υπόλοιπα της Ασίας. Είναι πολυετείς, πολύκλαδες πόες, με ρίζες κονδυλώδεις και φύλλα φτερωτά με 3 έως 9… …   Dictionary of Greek

  • Άπιος — (apios). Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των ψυχανθών με πέντε είδη, από τα οποία τα δύο είναι ιθαγενή της Βόρειας Αμερικής και τα υπόλοιπα της Ασίας. Είναι πολυετείς, πολύκλαδες πόες, με ρίζες κονδυλώδεις και φύλλα φτερωτά με 3 έως 9… …   Dictionary of Greek

  • Ἄπιος — Ἄ̱πιος , Ἆπις masc gen sg (epic doric ionic aeolic) ἄπιος 2 far away masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερδώνιος, Άπιος — (Appius Herdonius, 5ος αι. π.Χ.). Σαβίνος αρχηγός. Το 460 π.Χ. επιχείρησε κατάληψη της Ρώμης. Για τον σκοπό αυτό στρατολόγησε εξόριστους και δούλους, με τη βοήθεια των οποίων έγινε κυρίαρχος του Καπιτωλίου για τέσσερις ημέρες. Επειδή πολιορκήθηκε …   Dictionary of Greek

  • ὤπιος — ἄπιος , ἄπιος 1 pear tree fem nom sg ἄπιος , ἄπιος 2 far away masc nom sg ἄ̱πιος , ἄπιος 2 far away masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίους — ἄπιος 1 pear tree fem acc pl ἄπιος 2 far away masc acc pl ἀ̱πίους , ἄπιος 2 far away masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπιε — ἄπιος 1 pear tree fem voc sg ἄπιος 2 far away masc voc sg ἄ̱πιε , ἄπιος 2 far away masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπιοι — ἄπιος 1 pear tree fem nom/voc pl ἄπιος 2 far away masc nom/voc pl ἄ̱πιοι , ἄπιος 2 far away masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίη — ἄπιος 2 far away fem nom/voc sg (epic ionic) ἀ̱πίη , ἄπιος 2 far away fem nom/voc sg (epic ionic) ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd sg (ionic) ἀπί̱η , ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd sg (ionic) ἀπί̱η , ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίην — ἄπιος 2 far away fem acc sg (epic ionic) ἀ̱πίην , ἄπιος 2 far away fem acc sg (epic ionic) ἀφίημι send forth imperf ind act 1st sg (ionic) ἀπί̱ην , ἀφίημι send forth imperf ind act 1st sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.